ΛΕΞΙΚΟ ΟΡΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΒΙΟΛΟΓΙΚΗ ΓΕΩΡΓΙΑ - ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ
Αγενής πολλαπλασιασμός: Δημιουργία νέων φυτών που προκύπτουν από κομμάτια του ίδιου του φυτού (κλαδιά, ρίζες φύλλα, κ.α.) που ριζοβολούν. Τέτοιοι τρόποι είναι: ο πολλαπλασιασμός με μοσχεύματα, παραφυάδες, καταβολάδες κ.α. Τα νέα αυτά φυτά είναι όμοια ακριβώς με το μητρικό.
Αγροοικοσύστημα: Τεχνητό οικοσύστημα που έχει δημιουργηθεί από τον άνθρωπο με την άσκηση της γεωργίας προκειμένου να ικανοποιήσει τις ανάγκες της διατροφής του. Είναι ανοιχτό σύστημα, βρίσκεται δηλαδή σε επικοινωνία με το εξωτερικό του περιβάλλον, με το οποίο ανταλλάσσει ύλη και ενέργεια. Συνήθως ενισχύεται με εισροές από τον άνθρωπο (νερό, αγροχημικά κ.τ.λ.) και εξάγει ως εκροές τα παραγόμενα αγροτικά προϊόντα.
Αγρωστώδη: Μεγάλη οικογένεια φυτών, πολύ σημαντική για τον άνθρωπο. Τα δημητριακά. Περιλαμβάνει το σιτάρι, το κριθάρι, τη βρώμη, τη σίκαλη, το καλαμπόκι, το ρύζι, το σόργο, το κεχρί, κ.α.
Αγροχημικά: Όλες οι συνθετικές ουσίες που χρησιμοποιούνται στη γεωργία. Περιλαμβάνουν τα χημικά λιπάσματα, τα παρασιτοκτόνα, τα εντομοκτόνα, τα μυκητοκτόνα, αλλά και τις ορμόνες (ρυθμιστές ανάπτυξης).
Ακάρεα: Αρθρόποδα που μοιάζουν με μικροσκοπικές αράχνες. Αρκετά από τα ακάρεα είναι βλαβερά για τα καλλιεργούμενα φυτά, όπως π.χ. οι τετράνυχοι, ενώ υπάρχουν και ωφέλιμα, αυτά δηλαδή που τρώνε τα "βλαβερά".
Ακτινομύκητες: Αερόβιοι μικροοργανισμοί (βακτήρια), που μοιάζουν στη μορφή με μύκητες. Πολλοί από τους ακτινομύκητες βοηθούν στην αποσύνθεση φυτικών και ζωικών υπολειμμάτων στο έδαφος και συντελούν στο σχηματισμό του χούμου.
Αλατούχο έδαφος: Έδαφος με υπερβολική περιεκτικότητα σε άλατα. Τέτοια εδάφη είναι ακατάλληλα για την καλλιέργεια των περισσότερων φυτών.
Αμειψισπορά ή εναλλαγή καλλιεργειών: Η βάση ειδικού προγράμματος εναλλαγή των καλλιεργειών σε ένα συγκεκριμένο αγρό, προκειμένου να μειώνονται οι κίνδυνοι από εχθρούς, ασθένειες, ζιζάνια και να μην εξαντλείται το έδαφος.
Ανθεκτικά τεχνητά εδάφη: Το τεχνητό υπόστρωμα, όπου έχουν πολλαπλασιαστεί οι ανταγωνιστές μικροοργανισμοί των ανθεκτικών εδαφών και το οποίο χρησιμοποιείται για τον εμβολιασμό άλλων εδαφών.
Ανθεκτικά φυσικά εδάφη: Τα εδάφη ορισμένων περιοχών στα οποία έχει παρατηρηθεί ότι είναι αδύνατο να αναπτυχθούν ορισμένα παθογόνα. Αυτό συμβαίνει διότι περιέχουν ανταγωνιστές μικροοργανισμούς των φυτοπαθογόνων αυτών. Μπορούμε να πάρουμε χώμα από αυτά τα εδάφη και να "μπολιάσουμε" το έδαφος ενός κτήματος, ώστε να γίνει και αυτό ανθεκτικό. Υπάρχουν και τεχνητά ανθεκτικά εδάφη.
Ανθεκτικότητα: Η ικανότητα του φυτού να μην προσβάλλεται από ένα η περισσότερα παθογόνα. Στην ανθεκτικότητα υπάρχουν διαβαθμίσεις, σε κάποιες περιπτώσεις το φυτό δεν προσβάλλεται καθόλου από ένα παράσιτο, ενώ σε άλλες το παράσιτο αυτό μπορεί να προκαλεί κάποιες βλάβες στο φυτό, αλλά χωρίς αξία λόγου οικονομική ζημιά.
Ανθεκτικότητα κατακόρυφη (ή εξειδικευμένη): Το φυτό είναι ανθεκτικό σε μια μόνη φυλή (βιότυπο) ή σε μικρό αριθμό φυλών του παθογόνου, ενώ είναι ευαίσθητο στις υπόλοιπες φυλές του παθογόνου.
Ανθεκτικότητα οριζόντια (ή γενική): Το φυτό παρουσιάζει μια σχετική ανθεκτικότητα σε όλες τις φυλές του παθογόνου.
Ανόργανα θρεπτικά στοιχεία: Τα 16 χημικά στοιχεία τα οποία τα φυτά χρειάζονται για την ανάπτυξή τους. Με την εξαίρεση των: C (άνθρακας), του Η (υδρογόνου) και του Ο (οξυγόνου) που τα παραλαμβάνουν από το νερό και από τον αέρα, όλα τα υπόλοιπα πρέπει να τα πάρουν από το έδαφος. Τα χημικά στοιχεία το Ν (άζωτο), το Ρ (φώσφορος), το Κ (κάλιο), το Ca (ασβέστιο), το Mg (μαγνήσιο), το S (θείο), χρειάζονται στα φυτά σε σχετικά μεγάλες ποσότητες και λέγονται μακροστοιχεία ενώ τα: Fe (σίδηρος), Zn (ψευδάργυρος), Mn (μαγκάνιο), Β (βόριο), Cu (χαλκός) Cl ( χλώριο) και ο Mo (μόλυβδος), χρειάζονται σε ελάχιστες ποσότητες και λέγονται ιχνοστοιχεία.
Αρθρόποδα: Ζώα, συνήθως μικροσκοπικά, που το σώμα τους αποτελείται από αρθρωτά τμήματα (πόδια, κεραίες κ.τ.λ.).
Αυτορρύθμιση: Η ικανότητα ενός συστήματος να αντιπαρέρχεται ορισμένου εύρους διαταραχές των μεταβλητών του, να επαναφέρει δηλαδή την αρχική κατάσταση ισορροπίας.
Αυτορρυθμιστικοί μηχανισμοί: Βιολογικοί μηχανισμοί μέσα από τους οποίους ένα βιολογικό σύστημα επανέρχεται σε κατάσταση ισορροπίας.
Βιοδυναμική γεωργία: Μια ειδική κατεύθυνση βιολογικής γεωργίας, πιο αυστηρής στις προδιαγραφές της, με ορισμένες φιλοσοφικές προεκτάσεις, η οποία παίρνει υπόψη της και κοσμικούς παράγοντες π.χ. φάσεις της σελήνης, επιδράσεις πλανητών κ.τ.λ.
Βιολογική γεωργία: Η ήπια μη χημική γεωργία όπως ορίζεται από τις προδιαγραφές της IFOAM και τον Νόμο - Κανονισμό: ΕΟΚ 2092/91 . Συνώνυμα: Οργανική ή και οικολογική γεωργία.
Βιολογικά προϊόντα ή προϊόντα βιολογικής γεωργίας, χαρακτηρίζονται αυτά που για την παραγωγή τους δεν χρησιμοποιούνται συνθετικά ή χημικά λιπάσματα, φυτοφάρμακα ή ορμόνες, αλλά πιο ήπιες μέθοδοι αγροπεριβαλλοντικής παραγωγής, φιλικές προς το περιβάλλον.Η παραγωγή τους και η πιστοποίηση τους διέπονται από το νόμο ΕΟΚ 2092/91, και στην Ελλάδα υπάρχουν τρεις οργανισμοί πιστοποίησης και ελέγχου που συνεργάζονται με το Υπουργείο Γεωργίας.
Βιολογική αντιμετώπιση: Η χρησιμοποίηση ενός ή περισσότερων οργανισμών από τον άνθρωπο για τον έλεγχο του πληθυσμού και της δράσης ενός ή περισσότερων φυτοπαράσιτων. Ο οργανισμός μπορεί να είναι έντομο, ζώο, φυτό, μύκητας, βακτήριο, ενώ μπορεί να χρησιμοποιηθούν και ιοί. Προσοχή: Το γεγονός ότι σε μια γεωργική εκμετάλλευση έχουν χρησιμοποιηθεί μέθοδοι βιολογικής καταπολέμησης δε σημαίνει ότι τα παραγόμενα προϊόντα μπορούν να χαρακτηριστούν βιολογικά. Θα πρέπει να εξεταστεί αν υπήρξαν άλλες χημικές επεμβάσεις, κ.τ.λ.
Βουργούνδιος πολτός: Σκεύασμα φυτοπροστασίας που παρασκευάζεται με αντίστοιχο τρόπο με το βορδιγάλειο πολτό, μόνο που η εξουδετέρωση του θειικού χαλκού γίνεται με ανθρακικό νάτριο και όχι με ασβέστη.
Διαφυλλική λίπανση: Η λίπανση των φυτών μέσω του φυλλώματος, με ειδικά λιπάσματα που διαλύονται στο νερό και ψεκάζονται στο φύλλωμα. Χρησιμοποιείται σε ειδικές περιπτώσεις και έχει σχεδόν άμεσο αποτέλεσμα.
Δολωματικός ψεκασμός: Ο ψεκασμός φυτοπροστασίας που γίνεται, κυρίως στα ελαιόδενδρα για την αντιμετώπιση του δάκου, σε μέρος μόνο της κόμης των δένδρων και στο διάλυμα του οποίου χρησιμοποιούνται πέρα από την εντομοκτόνο ουσία και διάφορες ειδικές ελκυστικές ουσίες που ελκύουν τον δάκο.
Δομή του εδάφους: Το μέγεθος, η μορφή και η διάταξη των συσσωματωμάτων του εδάφους.
Εγγενής πολλαπλασιασμός των φυτών - Σποριόφυτα: Είναι ο πολλαπλασιασμός με σπόρο. Το φυτό που προκύπτει λέγεται σποριόφυτο. Αυτό συνδυάζει τα χαρακτηριστικά των φυτών γονέων. Του φυτού που πρόσφερε το "θηλυκό" μέρος του άνθους για να δημιουργηθεί ο καρπός και ο σπόρος (δηλαδή τον υπερο-ωοθήκη) και του φυτού που προσέφερε το "αρσενικό" μέρος του άνθους (τη γύρη). Η γύρη μπορεί να έχει έλθει από διαφορετικό φυτό από αυτό που έφερε τα άνθη, από φυτό άλλης ποικιλίας ή ακόμα και από "άγριο" (μη καλλιεργούμενο φυτό).
Εισροές: Τα διάφορα εφόδια όπως λιπάσματα, φυτοφάρμακα, καύσιμα κ.τ.λ. που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή των γεωργικών προϊόντων, βλ. και λέξη αγροοικοσύστημα.
Εκχύλισμα: Το υγρό παρασκεύασμα που προκύπτει αν αφήσουμε σε νερό τεμαχισμένα μέρη ενός φυτού για ορισμένο χρονικό διάστημα. Έτσι έχουμε εκχύλισμα σκόρδου, τσουκνίδας, κ.ο.κ.
Ελαιοκράμβη: Το φυτό Brassica rapa, ή γούλι, που καλλιεργείται για τους σπόρους του, από τους οποίους παράγεται λάδι.
Εμβολιασμός: Η μεταμόσχευση που γίνεται με σκοπό τη συγκόλληση ενός τμήματος φυτού, του εμβολίου, με άλλο φυτό, που λέγεται υποκείμενο. Το εμβόλιο είναι συνήθως ένα κομμάτι βλαστού ή ένας οφθαλμός "μάτι". Το υποκείμενο είναι το πιο κοντινό προς το έδαφος τμήμα ενός φυτού μαζί με το ριζικό σύστημα. Ο εμβολιασμός πετυχαίνει μόνο ανάμεσα σε ποικιλίες του ίδιου είδους φυτού ή ανάμεσα σε συγγενικά φυτά.
Έντομα: Αρθρόποδα που το σώμα τους αποτελείται από τρία τμήματα (κεφάλι, θώρακα και κοιλιά) και έχουν έξι πόδια.
Επιθεώρηση: Το κομμάτι της διαδικασίας πιστοποίησης που αφορά κυρίως την επίσκεψη στον ελεγχόμενο αγρό.
Επικονίαση: Η μεταφορά της γύρης από το "αρσενικό" (στήμονες) στο "θηλυκό" (ύπερος) τμήμα ενός άνθους.
Ευτροφισμός: Η υπερβολική ανάπτυξη φυκιών και άλλων φυτικών οργανισμών σε λίμνες ή σε κλειστές θάλασσες (εξαιτίας της αυξημένης ποσότητας θρεπτικών ουσιών που προέρχονται από οργανικά απόβλητα και διάφορα λιπάσματα). Έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των ζωικών οργανισμών, λόγο μείωσης του διαθέσιμου οξυγόνου στο νερό.
Ζιζάνιο: Κάθε φυτό που "φυτρώνει εκεί που δεν το σπέρνουν".
Ζιζανιοκτονία: Η καταστροφή των ενοχλητικών για τα καλλιεργούμενα φυτά ζιζανίων, με διάφορους τρόπους, συνήθως - στη συμβατική γεωργία - με χημικούς.
Θειική αμμωνία: Ευρείας χρήσης χημικό λίπασμα - θειικό αμμώνιο - που περιέχει 21% άζωτο.
Θηρευτής: Το είδος που τρώει κάποιο άλλο ή άλλα είδη, που ονομάζονται θηράματα. Λέγεται και αρπακτικό.
Ιχνοστοιχεία: Βλ. ανόργανα θρεπτικά στοιχεία.
Κοκκοειδή: Μικροσκοπικά έντομα που βλάπτουν τα καλλιεργούμενα φυτά π.χ. το λεκάνιο της ελιάς. Λέγονται και ψώρες. Τα έντομα αυτά προσκολλώνται - από τη μικρή τους ηλικία - στην επιφάνεια των φύλλων, κλαδιών ή και καρπών και ρουφούν τους χυμούς, εξασθενώντας έτσι το φυτό. Συχνά εκκρίνουν μελιτώδεις ουσίες, στις οποίες αναπτύσσεται ένας μύκητας (καπνιά). Σταδιακά το σώμα τους καλύπτεται από ένα μικρό καβούκι, κάτι που τους εξασφαλίζει προστασία ακόμα και από ψεκασμούς.
Κομπόστ: Το υλικό που προκύπτει από την αερόβια ζύμωση φυτικών και ζωικών υπολειμμάτων. Αποτελεί ένα πολύτιμο οργανικό λίπασμα για το ζωντάνεμα του εδάφους.
Κόνδυλος: Τμήμα ρίζας φυτού με ειδική μορφή που χρησιμεύει ως αποθήκη θρεπτικών στοιχείων. Οι κόνδυλοι της πατάτας, της γλυκοπατάτας και άλλων φυτών χρησιμοποιούνται ως τροφή του ανθρώπου.
Λαίμαργος βλαστός: Βλαστός με πολύ γρήγορη και ζωηρή ανάπτυξη χωρίς καρποφορία. Στα οπωροφόρα δένδρα είναι ανεπιθύμητος εκτός από ειδικές περιπτώσεις.
Λισγάρι: Είδος φτυαριού με μακρόστενη τετραγωνισμένη, σχεδός επίπεδη λάμα, για κάθετη κατεργασία του εδάφους.
Μετάβαση: Η αλλαγή του τρόπου διαχείρισης ενός κτήματος. Το πέρασμα από τη συμβατική στη "βιολογική" καλλιέργεια. Χρησιμοποιείται επίσης και όρος μετατροπή. Συνήθως το μεταβατικό στάδιο διαρκεί 2 έως 3 χρόνια.
Μηχανική σύσταση ή υφή του εδάφους: Χαρακτηριστικό του εδάφους που σχετίζεται με το μέγεθος των σωματιδίων (κόκκων) που το αποτελούν. Έτσι μιλάμε για "ελαφρά" ή χοντρόκκοκα εδάφη, που οργώνονται εύκολα, αλλά δεν συγκρατούν νερό και θρεπτικά συστατικά, για "βαριά" ή λεπτόκκοκα που οργώνονται δύσκολα, αλλά συγκρατούν πολύ νερό (και στραγγίζουν δύσκολα, νεροκρατούν) και συγκρατούν πολλά θρεπτικά συστατικά και για "μεσαία" με ενδιάμεσες ιδιότητες. Τα εδαφολογικά εργαστήρια ταξινομούν τα εδάφη σε δώδεκα κατηγορίες: (π.χ. αμμοπηλώδες, αμμοαργυλοπηλώδες κ.α) αλλά σε γενικές γραμμές μπορούμε να αναφερόμαστε σε "αμμώδη" ή "ελαφρά" εδάφη, πηλώδη ή μεσαία και αργιλώδη ή βαριά.
Μόσχευμα: Κομμάτι ενός φυτού (συνήθως βλαστού), που ριζοβολάει με διάφορους τρόπους και έχουμε έτσι ένα νέο φυτό όμοιο με το μητρικό. Υπάρχουν φυλλοφόρα μοσχεύματα (κομμάτια χλωρών κλαδιών με φύλλα) και μοσχεύματα σκληρού ξύλου (κομμάτια ξυλοποιημένου βλαστού χωρίς φύλλα). Μοσχεύματα σκληρού ξύλου είναι οι γόγγροι, που χρησιμοποιούνται στον πολλαπλασιασμό της ελιάς. Πρόκειται για τα εξογκώματα, τις υπερπλασίες που παρατηρούνται χαμηλά στον κορμό των μεγάλων ελαιόδενδρων. Αυτά τα εξογκώματα κόβονται με πριόνι και τοποθετούνται σε κατάλληλο εδαφικό μίγμα για να ριζοβολήσουν.
Μυκήλιο: Βλ. μύκητες.
Μύκητες: Μικροοργανισμοί που δημιουργούν τις διάφορες μούχλες. Αν κοιτάξουμε ένα κομμάτι μούχλα στο μικροσκόπιο, θα δούμε ένα σύνολο από μπερδεμένα μεταξύ τους νήματα. Αυτό είναι το μυκήλιο, το σώμα του μύκητα. Πολλοί μύκητες είναι φυτοπαθογόνοι, δηλαδή προσβάλλουν τα καλλιεργούμενα φυτά (π.χ. ο περονόσπορος), ενώ άλλοι είναι ωφέλιμοι, γιατί ανταγωνίζονται τους βλαβερούς. Ορισμένοι μύκητες δημιουργούν τα γνωστά μας μανιτάρια, ενώ από κάποιους άλλους παράγονται χρήσιμες ουσίες (π.χ. τα αντιβιοτικά).
Νιτρική αμμωνία: Χημικό λίπασμα (νιτρικό αμμώνιο). Περιέχει 33% άζωτο.
Ξενιστής: Οργανισμός που φιλοξενεί έναν άλλο οργανισμό.
Οικολογία: Η επιστήμη που μελετά τους ζωντανούς οργανισμούς σε σχέση με το περιβάλλον τους. Μονάδα μελέτης τους το οικοσύστημα.
Οικολογική διαδοχή: Η προοδευτική αλλαγή ενός οικοσυστήματος προς την κατεύθυνση της ωριμότητας. Χρησιμοποιείται κυρίως για να περιγράψει τις αλλαγές στη σύνθεση μιας φυτοκοινωνίας. Τα οικοσυστήματα τείνουν προς τη μεγαλύτερη σταθερότητα.
Οικοσύστημα: Το λειτουργικό σύνολο των έμβιων όντων μιας περιοχής (ζώα, φυτά και μικροοργανισμοί) που αλληλεπιδρά με το αβιοτικό περιβάλλον (έδαφος, νερό, κλίμα) για να διαμορφώσει χαρακτηριστικούς κύκλους ύλης και ενέργειας. Είναι συνήθως κλειστό (αυτάρκες) σύστημα.
Ολιστική θεώρηση: Η προσέγγιση ενός φαινομένου ή ενός προβλήματος που αντιμετωπίζει όλους τους παράγοντες που αλληλεπιδρούν σ' αυτό συνολικά και όχι αποσπασματικά (holistic approach). Συνώνυμα: σφαιρική ή και συστηματική προσέγγιση (global or systems approach).
Ολοκληρωμένη γεωργία: Η ηπιότερη μορφή της συμβατικής γεωργίας, λαμβάνει υπόψη και περιβαλλοντικά δεδομένα και ενσωματώνει ήπιες πρακτικές (π.χ. από ορθολογική χρήση χημικών έως και βιολογική καταπολέμηση). Δεν πρέπει να συγχέεται με τη βιολογική γεωργία, όπως γίνεται κάποιες φορές σκόπιμα από διακινητές προϊόντων. Ένα προϊόν από καλλιέργεια στην οποία εφαρμόστηκε βιολογική καταπολέμηση των εντόμων, δεν είναι και βιολογικό, εφόσον αυτό μπορεί να έχει δεχτεί χημική λίπανση, χημικά μυκητοκτόνα κ.λ.π.
Ομοιόσταση: Η ικανότητα ενός οργανισμού να κρατά την κατάστασή του σταθερή για ορισμένου εύρους διαταραχές του περιβάλλοντος.
Οξύτητα εδάφους: Βλ. pH
Οργανική λίπανση: Το σύνολο των πρακτικών που αποσκοπούν στη βελτίωση της γονιμότητας του εδάφους και την επαρκή θρέψη των φυτών μόνο με τη χρήση φυσικών υλικών, αυτών δηλαδή που προέρχονται από ζωικούς ή φυτικούς οργανισμούς.
Οργανική ουσία: Το οργανικό μέρος των συστατικών του εδάφους, που αποτελείται από ζωικά και φυτικά υπολείμματα σε διαδικασία αποικοδόμησης.
Παραδοσιακή γεωργία: Η μικρής κλίμακας γεωργία αυτοκατανάλωσης κυρίως, όπως τη συναντάμε στην προβιομηχανική εποχή στον ανεπτυγμένο κόσμο και σήμερα στις μη αναπτυγμένες παραδοσιακές κοινωνίες. Ενδιαφέρουσα από την άποψη της αειφορικότητας των πρακτικών της.
Παράσιτο: Το είδος που τρέφεται σε βάρος κάποιου άλλου (το οποίο ονομάζεται ξενιστής) προκαλώντας του παθολογικές διαταραχές.
Παρασιτοκτόνα: Ουσίες που χρησιμοποιούνται για την εξόντωση επιζήμιων στην παραγωγή οργανισμών, όπως έντομα, μύκητες και αγριόχορτα. Αντίστοιχα διακρίνονται σε εντομοκτόνα, μυκητοκτόνα και ζιζανιοκτόνα. Συνώνυμα: βιοκτόνα, φυτοφάρμακα.
Παρασκευάσματα: Διάφορα σκευάσματα που ο καλλιεργητής μπορεί να φτιάχνει με απλά υλικά, ακόμη και μέσα από το ίδιο του το αγρόκτημα. Έχουμε έτσι π.χ. παρασκευάσματα από τσουκνίδα και άλλα φυτά.
Παραφινέλαιο: Αποκαθαρισμένο μείγμα υγρών υδρογονανθράκων που προέρχονται από την απόσταξη του πετρελαίου.
Παραφίνη: Μείγμα στερεών υδρογονανθράκων, λευκό ή άχρωμο, που παράγεται από την απόσταξη του πετρελαίου. Λειώνει σε θερμοκρασία 48 - 68 βαθμούς C.
Πηκτίνες: Οργανικές ουσίες που προέρχονται από τους ιστούς ορισμένων φυτών, όπως π.χ. τα κίτρα, τα κεράσια, τα μήλα κ.α. Χρησιμοποιούνται στην παρασκευή μαρμελάδων, ζελέ και γενικά στη ζαχαροπλαστική, για να πήζουν τα υλικά. Επίσης χρησιμοποιούνται και στη φαρμακοβιομηχανία.
Πιερίδα: Έντομο (λεπιδόπτερο) δηλαδή πεταλούδα, που η κάμπια του προσβάλλει τα λάχανα και τα κουνουπίδια και τρώει τα φύλλα τους.
Πιστοποίηση: Το σύνολο των διαδικασιών εκείνων, μέσα από τις οποίες διαπιστώνεται αν ένα προϊόν έχει παραχθεί σύμφωνα με κάποιες προδιαγραφές.
Ποικιλία: Ομάδα καλλιεργούμενων φυτών ενός είδους (π.χ. σταριού) που διακρίνεται από άλλες ομάδες του ίδιου φυτού, λόγο των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της (που είναι σημαντικά από γεωργική άποψη) και που όταν αναπαράγεται διατηρεί τα διακριτικά αυτά χαρακτηριστικά.
PH (Πε - Χα) εδάφους: Μέγεθος που δείχνει πόσο όξινο ή αλκαλικό είναι το εδαφικό διάλυμα - το νερό του εδάφους δηλαδή που περιέχει διαλυμένα τα θρεπτικά στοιχεία. Τα εδάφη με πολύ ασβέστιο είναι αλκαλικά ενώ αυτά με ελάχιστο είναι όξινα. Το pH το μετρούμε με μια κλίμακα από 0 έως 14. Ωστόσο τα φυτά αναπτύσσονται στην περιοχή από το 5 έως το 9 περίπου (το 7 είναι το ουδέτερο pH). Το κάθε φυτό έχει τις προτιμήσεις του. Ένα φυτό που βρίσκεται σε έδαφος με ακατάλληλο pH συνήθως υποφέρει από τροφοπενίες, γιατί δεν μπορεί να απορροφήσει κάποια θρεπτικά συστατικά του εδάφους ακόμα και αν αυτά βρίσκονται σε επαρκή ποσότητα.
Προδιαγραφές βιολογικής παραγωγής: Ένα κείμενο διατάξεων που καθορίζει τις ακριβείς συνθήκες, μεθόδους και υλικά που μπορούν να χρησιμοποιούνται στη γεωργική παραγωγή για να θεωρηθεί αυτή ως βιολογική.
Πύρεθρο: Το φυτό Chrysanthemum cinerariaefolium, είδος χρυσανθέμου, του οποίου τα άνθη έχουν εντομοκτόνες ιδιότητες. Καλλιεργείται για την παρασκευή πυρεθρίνης φυτικού εντομοκτόνου.
Ροτενόνη: Ουσία που παράγεται από τις ρίζες του φυτού Derris elliptica. Χρησιμοποιείται ως εντομοκτόνο.
Σήμα: Το ειδικό σήμα πάνω στη συσκευασία των προϊόντων που ενημερώνει για τον βιολογικό τρόπο παραγωγής τους.
Σκιαδανθή: Οικογένεια φυτών που περιλαμβάνει το καρότο, το σέλινο, το μαϊντανό κ.α.
Σταυρανθή: Οικογένεια φυτών που περιλαμβάνει το λάχανο, το κουνουπίδι, το μπρόκολο κ.α.
Συσσωματώματα: Πολλά σωματίδια του εδάφους κολλημένα μαζί.
Συμβατική γεωργία: Η γεωργία όπως ασκείται σήμερα. Ο όρος κυρίως χρησιμοποιείται για να δηλώσει την εντατική "χημική" γεωργία αλλά κάποτε και λιγότερο εντατικές μορφές (όπως π.χ. η "εκτατική" χημική γεωργία).
Τάγκισμα του ελαιολάδου: Αλλοίωση του ελαιολάδου που συμβαίνει κάτω από ορισμένες συνθήκες οξειδητική τάγγιση. Μπορεί να προληφθεί με τη σωστή μέθοδο παραλαβής του ελαιολάδου και τη σωστή αποθήκευσή του.
Τετράνυχα: Βλ. ακάρεα.
Τροφική αλυσίδα: Νοητή αλυσίδα που ενώνει σε κάθε της κρίκο ένα θήραμα κι ένα θηρευτή του.
Τροφικό δίκτυο: Το νοητό πλέγμα που σχηματίζεται από τον συνδιασμό πολλών τροφικών αλυσίδων ενός οικοσυστήματος. Έχει περίπου τη μορφή πυραμίδας με τους παραγωγούς στη βάση και τους καταναλωτές στην κορυφή.
Φαινολογικός έλεγχος: Ο έλεγχος που γίνεται σε ένα αγρόκτημα και κατά τον οποίο καταγράφονται όλα τα στοιχεία που πέφτουν στην αντίληψή μας με γυμνό μάτι π.χ. τα φυτά και η θρεπτική τους κατάσταση, προβλήματα προσβολών κ.τ.λ. αλλά και στοιχεία του ευρύτερου περιβάλλοντος (άγρια χλωρίδα, πανίδακ.τ.λ.).
Φουζάρια: Ομάδα μυκήτων του εδάφους που προσβάλλουν το ριζικό σύστημα των φυτών.
Φυσική γεωργία: Μέθοδος που ανέπτυξε ο Ιάπωνας γεωπόνος, αγρότης και φιλόσοφος M. Fukuoka, ελαχιστοποιεί ακόμη περισσότερο από τη βιολογική γεωργία την ανθρώπινη παρέμβαση π.χ. όσον αφορά τη χρήση μηχανημάτων ή το σκάλισμα του εδάφους. Με τον κατάλληλο συνδυασμό διάφορων πρακτικών π.χ. εδαφοκάλυψη με τριφύλλι, συγκαλλιέργειες που προκύπτουν από μικτή ελεύθερη σπορά, κατευθείαν σπορά σε στρώμα άχυρου κ.λ.π., πετυχαίνει ψηλή παραγωγικότητα, με ένα αξιοσημείωτα μικρό κόστος παραγωγής.
Φυτικά εντομοκτόνα: Σκευάσματα από εκχυλίσματα φυτών με εντομοκτόνες ιδιότητες (πύρεθρο, κάσσια, ροτενόνη κ.λ.π.).
Φυτοπαρασιτικοί νηματώδεις σκώληκες: Μικροσκοπικά σκουλήκια του εδάφους, σχεδόν αόρατα στο ανθρώπινο μάτι, που μπαίνουν στις ρίζες των φυτών και τρέφονται από τους χυμούς τους. Είναι δηλαδή παράσιτα του ριζικού συστήματος.
Φυτόφθορες: Ομάδα μυκήτων του εδάφους που προσβάλλουν το ριζικό σύστημα των φυτών.
Χλωρή λίπανση: Η μέθοδος για βελτίωση της γονιμότητας του εδάφους, που στηρίζεται στη σπορά ψυχανθών κυρίως αλλά και άλλων φυτών και ακολουθείται συνήθως από την ενσωμάτωσή τους στο έδαφος.
Χούμος: Το τμήμα εκείνο της οργανικής ουσίας του εδάφους, που έχει σταθεροποιηθεί δημιουργώντας τα πολύτιμα για τη γονιμότητα του εδάφους "χουμικά σύμπλοκα".
Ψυχανθή: Μεγάλη βοτανική οικογένεια, στην οποία συμπεριλαμβάνονται όλα τα βρώσιμα όσπρια, όπως φασόλια, φακές, μπιζέλια, κουκιά, ρεβίθια κ.λ.π. και διάφορα κτηνοτροφικά φυτά όπως τριφύλλια, μηδική βίκος, λούπινο κ.λ.π. Το χαρακτηριστικό τους είναι ότι στις ρίζες τους υπάρχουν βακτήρια, τα οποία δεσμεύουν το ατμοσφαιρικό άζωτο του εδάφους.
Ωφέλιμοι οργανισμοί: Είναι έντομα και άλλοι μικροοργανισμοί οι οποίοι καταστρέφουν τους εχθρούς των καλλιεργούμενων φυτών. Άλλες φορές είναι παράσιτα αυτών των εχθρών, όπως για παράδειγμα ο μύκητας Verticilium lecanii που παρασιτεί στις αφίδες, ενώ άλλες τους κατατρώγουν, όπως οι πασχαλίτσες που τρώνες τις αφίδες, και ονομάζονται αρπακτικά.
Από το βιβλίο του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου: "Στοιχεία Βιολογικής Γεωργίας" των κων: Βλοντάκη Γιώργου, Μάριου Δεσύλλα και Μαρίας Μπίστη.
και από το
βιβλίο "Ανθρώπινο
περιβάλλον" του
Νίκου Νέζη